Μάθημα 8

Ο Βίος του Αγίου Νικολάου του Νεομάρτυρα

Ο Βίος του Αγίου Νικολάου του Νεομάρτυρα


Ὁ Νεομάρτυς Νικόλαος γεννήθηκε στο Καρπενήσι. Οἱ γονεῖς του φρόντισαν γιὰ τὴν ἀνατροφὴ καὶ τὴ μόρφωσή του καὶ γι' αὐτὸ τὸν ἔστειλαν στὸ σχολεῖο, ὅπου ἔμαθε τὰ ἱερὰ γράμματα. Ὅταν ἔγινε δεκαπέντε ἐτῶν, ὁ πατέρας του τὸν πῆρε στην Κωνσταντινούπολη, ὅπου εἶχε παντοπωλεῖο στὸν τόπο που λέγονταν Τα- χτά-Καλέ. Κι, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ τοῦ μάθει καὶ τὰ τουρκικὰ γράμματα, τὸν ἔστελνε σ' ἕναν Τοῦρκο κουρέα, γραμματισμένο.
 Ὁ Νικόλαος ἦταν καὶ φιλότιμος καὶ εὐφυής· γι' αὐτὸ μάθαινε εὔκολα και γρήγορα. Επειδή, ὅμως, ἦταν ἕνα χαρισματικό Χριστιανόπουλο, τὸ φθόνησε ὁ διάβολος κι ἔβαλε σ' ἐνέργεια ἕνα τέχνασμα, γιὰ νὰ παραπλανήσει τὸ παιδὶ καὶ νὰ τὸ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἔβαλε στο μυαλὸ τοῦ Τούρκου κουρέα, ποὺ ἦταν κι ὁ δάσκαλός του, νὰ κάνει τὸ Χριστιανόπουλο μουσουλμᾶνο, γιὰ νὰ κερδίσει ἡ πίστη τους ἕναν τέτοιο ἀξιόλογο οπαδό. Κι ὁ Τοῦρκος κατέστρωσε ἕνα σχέδιο σατανικό φώναξε καὶ κάποιους γνωστούς του γενιτσάρους, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν. Τὴν ἄλλη μέρα, ὅταν πῆγε ὁ Νικόλαος στὸν Τοῦρκο δάσκαλό του, ἐκεῖνος τοῦ ἔδωσε ἕνα κείμενο νὰ διαβάσει. Το κείμενο ἐκεῖνο, ὅμως, ἦταν ἡ ὁμολογία πίστεως τῶν μουσουλμάνων, τὸ λεγόμενο «σαλαβάτι», καὶ ὁ εὐλογημένος Νικόλαος, ἀνύποπτος, ἄρχισε νὰ διαβάζει νομίζοντας ὅτι εἶναι ἕνα μάθημα. Τότε οἱ γενίτσαροι ποὺ ἦταν ἐκεῖ, ὅπως τοὺς εἶχε κανονίσει ὁ Τοῦρκος κουρέας, φώναξαν:

– Έγινες Τοῦρκος, Νικόλαε, ἐπειδὴ αὐτὸ ποὺ διάβασες ἦταν τὸ σαλαβάτι.

 Ὁ Νικόλαος, ὅμως, ἀγανακτισμένος γιὰ τὸ τέχνασμα ἀπαντοῦσε:

– Χριστιανὸς εἶμαι καὶ ὄχι μουσουλμάνος, ὅπως λέτε ἐσεῖς. Ἐγὼ ὅ,τι μάθημα μού δώσει ὁ δάσκαλος θεωρῶ χρέος νὰ τὸ διαβάζω.

 Αὐτοί, ὅμως, ποὺ ἦταν μέσα στὸ κουρεῖο, καὶ ἄλλοι ποὺ μαζεύτηκαν ἀπ' τις φωνὲς ἅρπαξαν τὸν Νικόλαο καὶ τὸν ἔφεραν στὸν καϊμακάμη, τόν ἐπίτροπο τοῦ βεζύρη. Μπροστὰ στὸν καϊμακάμη φώναζαν ὅλοι καὶ ψευδομαρτυροῦσαν ὅτι μπροστά τους ἔκανε σαλαβάτι καὶ τὸ ἔχει γραμμένο στο τετράδιό του καὶ τὸ διαβάζει κάθε μέρα καὶ τώρα τοῦ λέμε νὰ γίνει Τοῦρκος κι αὐτὸς περιγελᾶ τὴν πίστη μας. Ὁ καϊμακάμης ρώτησε τον Νικόλαο:

– Γιατί, Νικόλαε, ἀφοῦ ἔγραψες το σαλαβάτι καὶ τὸ διάβασες, δὲν γίνεσαι Τοῦρκος;
 – Σήμερα ὁ δάσκαλος μοῦ ἔδωσε αὐτὸ τὸ γράμμα καὶ μοῦ εἶπε νὰ τὸ διαβάσω ἀλλὰ δὲν ἤξερα πὼς εἶναι τὸ σαλαβάτι σας.
 – Ἀφοῦ διάβασες το σαλαβάτι πρέπει νὰ γίνεις Τοῦρκος. Καὶ θὰ σοῦ δώσω μεγάλο ἀξίωμα, δόξα καὶ πλούτη, ἂν γίνεις Τοῦρκος.
 – Ἐγὼ Χριστιανὸς εἶμαι καὶ τὸν Χριστό μου πιστεύω Θεὸ ἀληθινό. Οἱ τιμὲς καὶ τὰ ἀξιώματα ποὺ μοῦ ὑπόσχεσαι δὲν μοῦ χρειάζονται. Ἐγὼ τὸν Χριστό μου δὲν ἀρνοῦμαι, σ᾽ Αὐτὸν πιστεύω καὶ γιὰ τ᾿ ὄνομά Του πεθαίνω. Τοῦρκος δὲν γίνομαι!

 Βλέποντας ὁ καϊμακάμης τη σταθερὴ αὐτὴ ἄρνηση πρόσταξε νὰ τοῦ δέσουν τὰ χέρια πίσω καὶ νὰ τὸν κρεμάσουν σ' ἕναν στῦλο καὶ τοῦ εἶπε: 

- «Βλέπεις, Νικόλαε, τί ἔχουμε νὰ σοῦ κάνουμε; Γι'αὐτὸ γίνε Τοῦρκος μὲ τὸ καλό».

– Ἐξουσιαστὴς εἶσαι, ὅ,τι θέλεις κάνε, ἐγὼ Χριστιανὸς εἶμαι. Δὲν γράφει τὸ Κοράνι σας νὰ μὴν κάνετε κανέναν Τοῦρκο μὲ τὴ βία;»

 Τότε διέταξε ὁ τύραννος καὶ τοῦ ἔκαναν μὲ τὴ βία τὴν περιτομή, γιὰ νὰ τὸ πάρει απόφαση. Ὁ Νικόλαος, ὅμως, φώναζε δυνατότερα:

 – Ἐγὼ Χριστιανὸς εἶμαι καὶ τὸν Χριστό μου πιστεύω Θεὸ ἀληθινό. Ακόμα κι ἂν μὲ κόψετε ὅλον σε μικρὰ κομμάτια, τὸν Χριστό μου δὲν ἀρνοῦμαι. Σ' Αὐτὸν πιστεύω, Αὐτὸν λατρεύω. Αὐτὸν ἔχω βοηθὸ ποὺ μοῦ παραστέκεται ἀόρατος καὶ μὲ δυναμώνει.

 Βλέποντας ὁ καϊμακάμης ὅτι οὔτε ἡ περιτομὴ ἔφερε ἀποτέλεσμα, τὸν ἔκλεισε στη φυλακὴ ποὺ ἔκλειναν τοὺς φονιάδες καὶ διέταξε νὰ μὴν τοῦ δίνουν οὔτε ψωμὶ, οὔτε νερό. Μέσα σ' αὐτὴν τὴ φυλακὴ ἔμεινε ὁ μακάριος Νικόλαος 65 μέρες. Ὅταν τὸν ἔβγαλαν, ὅμως, ἦταν ὅλος χαρωπὸς καὶ ὡραῖος σὰν νὰ γλεντοῦσε σὲ γάμο. Οἱ κατήγοροί του φώναζαν:

 – Ή Τοῦρκος νὰ γίνει ἢ νὰ θανατωθεί!

 Τὸν ρώτησε ὁ καϊμακάμης μήπως μετάνοιωσε, ἀλλὰ ὁ γενναῖος Νικόλαος φώναξε πάλι:

 – Χριστιανὸς εἶμαι, τὸν Χριστό μου δὲν ἀρνοῦμαι ὅσα βασανιστήρια κι ἂν μοῦ κάνετε.

 Ὕστερα ἀπ' αὐτὸ τὸν ξαναέβαλαν στη φυλακὴ καὶ τὸν ράβδιζαν συχνά. Ἐνῶ ὁ Μάρτυς βρισκόταν μέσα στη φυλακὴ καὶ μαστιγωνόταν κάθε μέρα, τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ πρώην δάσκαλός του, ὁ Τοῦρκος κουρέας, καὶ τοῦ ἔκανε προτάσεις νὰ τοῦ δώσει γιὰ γυναῖκα τὴ θυγατέρα του καὶ πολλὴ προῖκα καὶ ἐργαστήρια κλπ., γιατί ἦταν πλούσιος ὁ Τοῦρκος. Ὁ γενναῖος Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, ὅμως, ἀπαντοῦσε μὲ σοφία:

– Ἐγὼ ἔχω πλοῦτο ἀσύλητο μέσα στην καρδιά μου τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ μου, ποὺ μοῦ ἔχει ἑτοιμασμένη στὸν οὐρανὸ κατοικία καὶ δόξα ἀμάραντη καὶ ἀπόλαυση ἀτελείωτη, τιμὴ ἀξεπέραστη, χαρὰ ἀνεκλάλητη καὶ βασιλεία αἰώνια, ποὺ ὅλος ὁ κόσμος δὲν εἶναι ἀντάξιός της οὔτε στὸ πιὸ μικρὸ κομματάκι της. Αὐτὴ τὴ Βασιλεία ὑποσχέθηκε ὁ Θεὸς νὰ δώσει σ' αὐτοὺς ποὺ Τὸν ἀγαποῦν καὶ δὲν Τὸν ἀρνοῦνται, νὰ κατοικοῦν σ' αὐτὴν καὶ νὰ συμβασιλεύουν μαζί Του αἰώνια.

 Ἔτσι ἔφυγε ἄπρακτος ὁ Τοῦρκος καὶ ἔβγαλαν πάλι τὸν Νικόλαο ἀπ' τὴ φυλακὴ καὶ τὸν πῆγαν στὸν κριτή. Τὸ πρόσωπό του ἄστραφτε ἀπὸ τὴ Θεία Χάρη καὶ ὁ κριτὴς ἄρχισε νὰ τὸν κολακεύει καὶ νὰ τὸν προσκαλεῖ μὲ προσποιητὴ καλωσύνη στην πίστη τοῦ Μωάμεθ. Ὁ μακάριος Νικόλαος, ὅμως, δὲν ἔπαυε νά δηλώνει:

– Χριστιανὸς εἶμαι καὶ Χριστιανός θέλω νὰ πεθάνω. Γιατί χασομερᾶτε; Αὐτὴ μόνο τὴ χάρη σᾶς ζητῶ, νὰ μοῦ δώσετε τὸ γρηγορότερο τον θάνατο.

 Ὁ κριτής, βλέποντας ὅτι τίποτε δεν γίνεται καὶ μόνο ἐξευτελίζονται καὶ αὐτοὶ κι ἡ πίστη τους, παρέδωσε τὸν Μάρτυρα στὸν ἔπαρχο, γιὰ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσει. Ὁ ἔπαρχος τὸν ἔφερε δεμένο ἔξω ἀπὸ τὸ μαγαζὶ τοῦ πατέρα του στο Ταχτά Καλέ, γιὰ νὰ γίνει ἐκεῖ ὁ ἀποκεφαλισμός του. Τὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου ἄστραφτε κι ὁ ἴδιος ἦταν χαρούμενος, ὅπως συνέβη μὲ τὸν Πρωτομάρτυρα Στέφανο. Ὅλοι θαύμαζαν πὼς ὁ νέος αὐτὸς πηγαίνει στὸν θάνατο σὰν νὰ πηγαίνει στον γάμο του.
 Ὅταν ἔφτασαν στὸ σημεῖο τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ ὁ Μάρτυς γονάτισε, πρότεινε τὸν λαιμό του καί, ἐνῶ προσευχόταν, τοῦ ἔκοψαν τὸ κεφάλι. Ἦταν ἡ 23η Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1672. Ἡ ψυχή του ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ μὲ τὸ στεφάνι τῆς νίκης, τὸ δὲ λείψανό του ἔμεινε ἐκεῖ τρεῖς μέρες καὶ ὅλοι ἔβλεπαν ἕνα ὑπερφυσικὸ φῶς ποὺ κατέβαινε σ' αυτὸ καὶ τὸ ἔλουζε. Οἱ πιστοὶ ποὺ τό ἔβλεπαν γέμιζαν χαρά, οἱ Τοῦρκοι ἔλεγαν ὅτι ὁ Θεὸς ἔριξε φωτιὰ, γιὰ νὰ τὸ κάψει.
 Τέλος, οἱ Χριστιανοὶ πῆγαν καὶ πῆραν τὸ λείψανο τοῦ Μάρτυρος, ἀφοῦ ἔδωσαν ἀρκετὰ χρήματα στον κριτή. Τὸ μετέφεραν μὲ πομπὴ καὶ τὸ ἔθαψαν στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας, ποὺ ὀνομάζεται Χάλκη. Ἐκεῖ οἱ Τοῦρκοι εἰσέπρατταν ἕνα φλουρὶ ἀπ' ὅποιον ἤθελε νὰ βάψει τὸ μαντήλι του μὲ τὸ αἷμα τοῦ Μάρτυρος καὶ ἀπ' αὐτὸ τὸ αἷμα θεραπεύονταν πολλοί.
 Ὅταν ἔγινε ἡ ἀνακομιδή, ἀπέθεσαν τὴν ἁγία κάρα στὴν Εκκλησία τῆς Παναγίας στο Κοντοσκάλι. Αργότερα τὴ ζήτησαν καὶ ἀπὸ τὴ μονὴ Ξηροποτάμου στο Ἅγιον Ὄρος καὶ ἔδειξε ὁ Ἅγιος ὅτι ἐκεῖ θέλει νὰ παραμείνει.